ἀμφικαλύπτω

ἀμφικαλύπτω
ἀμφι - καλύπτω, fut. ἀμφικαλύψω, aor. ἀμφεκάλυψα, subj. ἀμφικαλύψῃ: cover round, hide; often τινί τι, the acc. of the thing used to cover with, καί οἱ σάκος ἀμφεκάλυψεν, Θ 331, Od. 8.569; met., of sleep, death, feelings, ἔρως φρένας ἀμφεκάλυψε, ‘engrossed my heart,’ Il. 3.442.

A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • αμφικαλύπτω — ἀμφικαλύπτω (Α) [καλύπτω] Ι. (με αιτ.) ἀμφικαλύπτω τι ἢτινά 1. περιτυλίσσω, περικαλύπτω, σκεπάζω 2. καλύπτω τελείως, συσκοτίζω «ἔρως φρένας ἀμφεκάλυψε» (Όμ. Γ 442), ο πόθος μού θόλωσε τον νού 3. (για κύμα) κατακαλύπτω, κατακλύζω ΙΙ. (με αιτ. και… …   Dictionary of Greek

  • ἀμφικαλύπτῃ — ἀμφικαλύπτω enwrap pres subj mp 2nd sg ἀμφικαλύπτω enwrap pres ind mp 2nd sg ἀμφικαλύπτω enwrap pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφικαλύψει — ἀμφικαλύπτω enwrap aor subj act 3rd sg (epic) ἀμφικαλύπτω enwrap fut ind mid 2nd sg ἀμφικαλύπτω enwrap fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφικαλύψω — ἀμφικαλύπτω enwrap aor subj act 1st sg ἀμφικαλύπτω enwrap fut ind act 1st sg ἀμφικαλύπτω enwrap aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφικαλύψῃ — ἀμφικαλύπτω enwrap aor subj mid 2nd sg ἀμφικαλύπτω enwrap aor subj act 3rd sg ἀμφικαλύπτω enwrap fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφικαλύπτει — ἀμφικαλύπτω enwrap pres ind mp 2nd sg ἀμφικαλύπτω enwrap pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφικαλύψαι — ἀμφικαλύπτω enwrap aor inf act ἀμφικαλύψαῑ , ἀμφικαλύπτω enwrap aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφεκαλύφθη — ἀμφικαλύπτω enwrap aor ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφεκάλυπτε — ἀμφικαλύπτω enwrap imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφεκάλυψαν — ἀμφικαλύπτω enwrap aor ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφεκάλυψε — ἀμφικαλύπτω enwrap aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”